Διάλεξη Θεώνης Παπαδημητρακοπούλου

Η διάλεξη της Θεώνης Παπαδημητρακοπούλου,  
που πραγματοποιήθηκε στο AN ART ARTISTRY,
στα πλαίσια της διημερίδας "Μουσική και μουσικοί", 16 & 17/3/2013.

Κατεβάστε την διάλεξη σε αρχείο PDF ΕΔΩ.

"Η μουσική σύνθεση στη διδασκαλία της μουσικής ή στην εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου."

          Το θέμα αφορά όλες τις ηλικίες, όλα τα επίπεδα είτε στη γενική μουσική εκπαίδευση, είτε στην εκμάθηση κάποιου μουσικού οργάνου. Πριν από περίπου 16 χρόνια (όταν ακόμη ήμουν στο σχολείο) είχα την τύχη να παρακολουθήσω μαθήματα πιάνου της θρυλικής καθηγήτριας Germaine Mounier (1920-2006) στην Ecole Normal στο Παρίσι, η οποία δίδασκε σολίστ, καθηγητές κονσερβατορίων και πολύ προχωρημένους μαθητές, αλλά ποτέ της δεν είχε διδάξει πιάνο σε μικρές ηλικίες. Όταν τη ρώτησαν με ποια μέθοδο θα ξεκινούσε εκείνη ένα μαθητή, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τις καινούργιες μεθόδους, αλλά ότι σίγουρα θα έγραφε η ίδια κομμάτια για τους μαθητές της ανάλογα με την ανάγκη του καθενός. Αυτή η σκέψη της μου άρεσε και προσπάθησα να δω με τα χρόνια πως θα μπορούσε να εφαρμοστεί η σύνθεση και από τις δύο πλευρές δηλαδή α) από τη μεριά του καθηγητή, αλλά και β) από τη μεριά του μαθητή ανεξάρτητα αν υπήρχε εκμάθηση και κάποιου μουσικού οργάνου, γιατί πιστεύω ότι η σύνθεση βοηθάει στην ανάπτυξη της δομημένης σκέψης και στη σωστή αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής. Με αυτή τη σκέψη, μου δημιουργήθηκαν κάποιες ερωτήσεις τις οποίες και θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. (Σε όλες τις παρακάτω ερωτήσεις φυσικά δεν αναφέρομαι στον δάσκαλο των θεωρητικών). Πόσοι από εμάς στα πρώτα μουσικά τους βήματα έγραψαν μουσική; Πόσοι από εμάς είδαν τον δάσκαλό τους να γράφει μουσική την ώρα του μαθήματος και να είναι η μουσική που θα πρέπει να ετοιμάσουν για το επόμενο μάθημα; Πόσοι από εμάς έγραψαν μουσική με παρότρυνση του δασκάλου τους; Πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο θα άλλαζε τη μουσική - εκπαιδευτική σας πορεία; Ή την ζωή σας; Πιστεύετε ότι είναι σημαντικό να γίνονται παράλληλα η μουσική σύνθεση με τη μουσική παιδεία;

          Και τώρα θα μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις για το πώς αυτό θα μπορούσε να γίνει στην πράξη. Το θέμα μας κατά βάση περιορίζεται σε δύο προσωπικότητες: στο μαθητή και στο δάσκαλο. Ας ξεκινήσουμε με το μαθητή: Tα παιδιά -όπως γνωρίζουμε- είναι πάντα δημιουργικά. Γεννιούνται με φαντασία, ευέλικτο μυαλό, φυσική φιλομάθεια και έμφυτη δημιουργικότητα.

          ‘Ένα μικρό παιδάκι που ανακαλύπτει διαρκώς τον εαυτό του και τον κόσμο, είναι δημιουργικό έτσι κι αλλιώς. Οπότε τι πιο φυσικό για ένα μαθητή μουσικής να γράψει μουσική. Αντίθετα, νομίζω πως πολλές φορές οι μεγάλοι τείνουν να επιμένουν ότι τα παιδιά πρέπει να ακολουθήσουν ορισμένους κανόνες, να κάνουν με το «σωστό τρόπο» κάποια δημιουργική δραστηριότητα και αυτό μάλλον περιορίζει τη δημιουργικότητά τους. Πρέπει να μάθει την τεχνική, θα μου πείτε. Ναι, αλλά πρώτα πρέπει να μάθει να εκφράζεται. Να γνωρίσει και να αποδεχτεί τον εαυτό του. Και να νιώσει την ασφάλεια πως το περιβάλλον του το αποδέχεται. Αν δεν συμβούν αυτά, απλά θα μάθει την αντιγραφή και την υπακοή. Δηλαδή, το μεγαλύτερο εμπόδιο στη δημιουργικότητα είναι ο φόβος του λάθους και της κριτικής που αυτό συνεπάγεται. Το παιδί που υφίσταται αρνητική κριτική, νιώθει πως έχει απογοητεύσει τους δασκάλους του και πως ίσως το απορρίπτουν ή δεν το αγαπούν πια. Αυτός είναι ο λόγος που πολλά παιδιά μαθαίνουν σιγά-σιγά να συγκρατούν τη δημιουργικότητά τους και δεν τολμούν να πάρουν πρωτοβουλίες. Μολονότι όλα τα παιδιά είναι ικανά να δημιουργήσουν, η δυνατότητα αυτή παραμένει ανενεργή. Με κατάλληλη εξάσκηση, καθοδήγηση, πειθώ και μαθησιακή γνώση θα βοηθηθεί ώστε να εκδηλωθεί.

          Έχουμε δει κάποια παιδιά να εκφράζουν τη δημιουργικότητά τους όσον αφορά τη μουσική - συνθετική δημιουργία με την “έμφυτη” τάση να παίξουν κάτι δικό τους. Βέβαια χωρίς να το γράφουν συνήθως. Όμως υπάρχουν και άλλα παιδιά που δεν έχουν ούτε καν σκεφτεί ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό να συμβεί. Άρα το σημαντικότερο σε όλα τα παιδιά είναι η κινητοποίηση, η καλλιέργεια, η ανάπτυξη και έκφραση της δημιουργικότητας μέσα σε περιβάλλον αποδοχής, ελευθερίας και επικοινωνίας με τα κατάλληλα ποιοτικά και ποσοτικά ερεθίσματα. Εκτός όμως από την ανάπτυξη της δημιουργικότητας πρέπει σε όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως να καλλιεργηθεί και να συνδεθεί η μουσική δημιουργία με τη μουσική γραφή, αλλά και την ανάγνωση μιας παρτιτούρας. Αλλιώς η δημιουργικότητα αυτή, θα παραμείνει στο αρχικό στάδιο της “έμφυτης” τάσης του παιδιού.

          Όταν ο μαθητής ξεκινάει να γράψει μια μουσική σύνθεση -με την καθοδήγηση του δάσκαλου- τότε τα οφέλη είναι πολλαπλάσια. Πρώτα απ’ όλα η μουσική σύνθεση καλλιεργεί τη δημιουργικότητα (ή αλλιώς δημιουργική σκέψη), ώστε ο μαθητής να προχωράει πέρα από τα σύνορα της στερεότυπης κωδικοποιημένης γνώσης. Έτσι τα δημιουργικά μυαλά δοκιμάζουν, επεκτείνουν, παράγουν με μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο. Ο μαθητής μαθαίνει να σκέφτεται, να αναζητά και να μην θεωρεί τίποτα ως δεδομένο, οπότε δεν δέχεται τίποτα ως μια στείρα γνώση χωρίς πρώτα να την καταλάβει, αναζητήσει και αντιληφθεί ο ίδιος. Έτσι αποκτά αναλυτική σκέψη και δεν περιμένει απλά την “έτοιμη” τροφή από τον δάσκαλο. Η δημιουργικότητα οδηγεί στην επινοητικότητα. Αυξάνεται η φαντασία του, γιατί θα δημιουργήσει κάτι εξ αρχής ο ίδιος. Όταν ένα παιδί αξιοποιήσει τη φαντασία του και έχει διδαχτεί να εξερευνά τη δημιουργικότητά του, είναι έτοιμο να πάει ακόμα πιο βαθιά στην κατανόηση και να αυτοεκφραστεί. Έτσι και ως μουσικός εκτελεστής θα μπορέσει να αναδημιουργεί τα μουσικά έργα χωρίς απλά να τα αναπαράγει και έτσι θα δίνει την δική του άποψη για την μουσική σύνθεση δημιουργώντας πάντα μια νέα, φρέσκια και ζωντανή “αναδημιουργία” του έργου κάνοντας τον ακροατή να δεί από μια διαφορετική μουσική πλευρά το ίδιο μουσικό έργο και όχι να ξανακούσει μια αναπαραγωγή ενός καταξιωμένου μουσικού.

           Όταν καταφέρει να γράψει ο μαθητής μια δική του σύνθεση γίνεται ο ίδιος δημιουργός, οπότε και απολαμβάνει την χαρά δημιουργίας, η οποία προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση. Ο δημιουργός κοιτάζει αυτό που έφτιαξε και θαυμάζοντάς το, συνειδητοποιεί ότι ουσιαστικά κοιτάζει τον εαυτό του και αυτό είναι πολύ σημαντικό για την προσωπική ανάπτυξη. Γιατί δεν καθρεφτίζει ένα ταλέντο, αλλά επιβεβαιώνει την ίδια την ύπαρξη του ατόμου. Το παιδί ή ο ενήλικος που δημιουργεί κάτι, νιώθει ότι πραγματικά υπάρχει, ότι η ζωή του έχει νόημα. Έτσι η δημιουργικότητα του ταυτίζεται με την ενεργητική στάση απέναντι στη ζωή - αντί απλώς να ακολουθεί τους άλλους, θα χαράζει το δικό του δρόμο. Αντί να περιμένει από τους άλλους, θα τολμά να είναι ο εαυτός του με τη δική του σφραγίδα στον κόσμο. Έτσι σταδιακά αυξάνονται η υπευθυνότητα, ο αυτοσεβασμός και η αυτοπεποίθηση. Σημαντικό επίσης είναι ότι με τη σύνθεση o μαθητής αναγκάζεται να λύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με την παρτιτούρα (θέματα μουσικής γραφής και ανάγνωσης) είτε αυτά είναι ρυθμικά, καλλιτεχνικά κ.α. προβλήματα. Π.χ. Μαθαίνει ακόμα και με ποια λογική γράφουμε τους συγκεκριμένους δακτυλισμούς σε ένα κομμάτι.

          Σιγά - σιγά μαθαίνει μορφολογία ή αλλιώς ανάλυση των διαφορετικών μουσικών μορφών και στυλ. Ενεργοποιεί την κριτική του σκέψη. Συνδέει τον ήχο με τη γραφή, τη γραφή με τον ήχο, οπότε και οξύνεται η ακοή του και δημιουργείται η λεγόμενη εσωτερική ακοή (πράγμα πολύ σημαντικό για τους μουσικούς). Έτσι καλλιεργούμε τον μαθητή για να γίνει ένας ενεργητικός ακροατής μουσικών έργων και ένα καλλιεργημένο κοινό. Σημαντικό επίσης είναι η δημιουργία κινήτρου για περαιτέρω γνώση και ψάξιμο, αλλά και αγάπη της μουσικής. Από όλα τα παραπάνω, όσοι είμαστε καθηγητές, μπορούμε πολύ εύκολα να καταλάβουμε τα πολλαπλά οφέλη που λαμβάνει “ακούσια” o μαθητής και φυσικά πόσο αυτά διευκολύνουν κατ’ επέκταση τη δουλειά μας. Όταν ο δάσκαλος γράψει μουσική για τον μαθητή του, τότε ο μαθητής αισθάνεται ιδιαίτερος και σημαντικός, αλλά καταλαβαίνει επίσης ότι η μουσική είναι μια συνεχής διαδικασία που γινόταν, γίνεται και θα γίνεται και όχι μια στείρα αναπαραγωγή των ήδη γραμμένων κομματιών. Ακόμα, αναπτύσσεται και η φαντασία από το νέο κομμάτι, αν ο δάσκαλος του δημιουργήσει το κίνητρο π.χ. να βρει ένα τίτλο ή να ζωγραφίσει μια εικόνα ή ακόμα να βάλει και στίχους στο κομμάτι που έφτιαξε ο δάσκαλος, οπότε και ο μαθητής να γίνει συνδημιουργός. Και φυσικά λύνοντας ευκολότερα και με πιο ευφάνταστο τρόπο τις δυσκολίες του, αγαπά περισσότερο τη μουσική, έχει κίνητρο για να συνεχίσει και αποκτά αυτοπεποίθηση.

          Μέσω των παραπάνω δημιουργούμε προϋποθέσεις για μια υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας καθώς και καλύτερης γνωστικής συνέχειας. Όταν ο δάσκαλος γράφει μια μουσική σύνθεση, κινητοποιεί το μαθητή ώστε η διεργασία αυτή να του φαίνεται φυσιολογική και όχι κάτι το δύσκολο, το ακατόρθωτο ή το εξωγήινο. Επίσης ο δάσκαλος μπορεί να γράψει κάτι που θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες της στιγμής ή του συγκεκριμένου μαθητή για να ξεπεράσει μια συγκεκριμένη δυσκολία ή να μάθει κάτι το καινούργιο (μπορεί να είναι ένα νέο μουσικό στοιχείο ή στυλ, ή ακόμα και μια νέα νότα). Π.χ. συνήθως τα παιδιά που ξεκινούν πιάνο σε μικρή ηλικία δυσκολεύονται με την αναγνώριση των νοτών στο κλειδί του Φα. Σε πολλές περιπτώσεις ο δάσκαλος μπορεί να διαπιστώσει ότι τα κομμάτια που έχει από το διαθέσιμο υλικό είτε δεν είναι τα κατάλληλα, είτε δεν είναι αρκετά. Επομένως θα πρέπει να δημιουργήσει κάτι εκείνη τη στιγμή για να λύσει το συγκεκριμένο πρόβλημα. Π.χ. Να κατανοήσουν τη διαφορά του μέτρου των 4/4 και των 8/8. Μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα παιδιά που αναπτύσουν σιγά - σιγά όλα τα παραπάνω θα έχουν καλύτερη απόδοση, μεγαλύτερη ευκολία, περισσότερη αγάπη για τη μουσική και φυσικά καλύτερη ανταπόκριση απέναντι στον δάσκαλό τους.

          Σχετικά με τη σχέση μαθητή - δασκάλου είναι σημαντικό να νοείται ως επικοδομητική και για τους δύο. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει το σχολείο ή το ωδείο ή γενικά το περιβάλλον να ενθαρρύνει καινοτομίες και πειραματισμούς των μαθητών, να ελευθερώνει την νοημοσύνη τους, να προκαλεί απόψεις, εισηγήσεις και διερευνήσεις λύσεων σε προβλήματα που τα απασχολούν. Επίσης η δημιουργική φαντασία απαιτεί θετική διάθεση, χρειάζεται δηλ. να υπάρχουν ελπίδα, ενθουσιασμός, αυτοπεποίθηση και ενθάρρυνση από τα προσφιλή άτομα. Ο μαθητής δεν θα πρέπει να βρίσκεται κάτω από το άγχος της βαθμολογίας και της κριτικής του δασκάλου, αλλά να μπορεί ελεύθερα να εκφράζει κάθε αποκλίνουσα σκέψη ή δεξιότητα.

          Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον που θα δίνει εμπιστοσύνη και εκτίμηση σε κάθε του προσπάθεια θα μπορέσει να εκδηλώσει όλες τις πτυχές της δημιουργικότητάς του. Ένα τέτοιο ιδανικό πρότυπο σχολείου ή ωδείου ή άλλου περιβάλλοντος, προϋποθέτει παράλληλα, έναν εκπαιδευτικό που θα πάψει να λειτουργεί ως προμηθευτής γνώσεων, που θα ενεργοποιεί τους μαθητές, θα καλλιεργεί την αντιληπτική τους εγρήγορση, που θα συντονίζει τη διαδικασία της γνώσης, έναν εκπαιδευτικό που θα μπορεί να βλέπει με τα μάτια των μαθητών του και που θα επιτρέπει στους μαθητές να έχουν «ελεύθερα χέρια, πόδια, μάτια, αυτιά και φωνή».

          Έναν εκπαιδευτικό που θα ενισχύει την ικανότητα των μαθητών να ερευνούν, να βρίσκουν πληροφορίες, να λύνουν προβλήματα, να παίρνουν αποφάσεις, να στοχάζονται κριτικά, να συνεργάζονται και να προχωρούν σε δημιουργικές συνθέσεις. Έναν εκπαιδευτικό που θα είναι “επαρκώς καλός” και θα μπορεί “να μοιράζεται με το μαθητή το επικοινωνιακό παιχνίδι της μάθησης”. Έναν εκπαιδευτικό, τέλος, που θα είναι ο ίδιος αναστοχαστικός δάσκαλος, έτοιμος να ερευνήσει, να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε νέες ιδέες, αντιλήψεις και πρακτικές. Και φυσικά θεωρούμε σαν δεδομένο ότι ο δάσκαλος κατέχει τις εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις, αλλά και την άρτια ψυχοπαιδαγωγική κατάρτιση για να πετύχει όσα προαναφέρω.

          Έτσι έχει γνώση του τι κάνει, έχει κάποιο πρόγραμμα και σκοπό στο μυαλό του για την ομάδα μαθητών ή το μαθητή που απευθύνεται. Όμως για να δούμε τι συμβαίνει πρακτικά στην μουσική εκπαίδευση στην Ελλάδα (χωρίς απαραίτητα αυτό να αποκλείει και άλλες χώρες): Συνήθως, οι πρώτες μας επαφές με τη μουσική εκπαίδευση ξεκινούν από τον παιδικό σταθμό ακόμα, το προνήπιο και το νήπιο για να συνεχίσουν στο δημοτικό, το γυμνάσιο και το λύκειο. Παράλληλα, κάποιοι θέλοντας να μάθουν κάποιο μουσικό όργανο ή να τραγουδήσουν πηγαίνουν σε κάποιο ωδείο ή μουσική σχολή ή κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα. Τα τελευταία χρόνια βέβαια, ξεκίνησαν και οι διάφορες σχολές μουσικοκινητικής ή μουσικής προπαιδείας. Όμως τα ερωτήματα παραμένουν: άλλαξε κάτι στην μουσική μας εκπαίδευση όσον αφορά τη σύνθεση ή αλλιώς μουσική δημιουργία; Ή όλα παραμένουν περίπου τα ίδια;

          Θέλω να πιστεύω πως έχουν αλλάξει κάποια πράγματα, όπως το ότι η νεότερη γενιά μουσικών είναι περισσότερο κατηρτισμένη όχι μόνο στη μουσική (που φυσικά είναι το σημαντικότερο), αλλά στην παιδαγωγική ή ακόμα και στην ψυχολογία. Όλο και περισσότεροι μουσικοί ακολουθούν τον δρόμο της σύνθεσης. Όλα αυτά βοηθούν τον καθηγητή παρέχοντάς του περισσότερα εφόδια για να ανταποκριθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε αυτή την πρόκληση που λέγεται μουσική δημιουργία. Όμως βέβαια, δεν ξεχνώ πως πάντα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις του κανόνα, δηλαδή ανεπαρκής γνώσεις, εμπειρία κλπ. από μέρους κάποιων “καθηγητών”.

          Έτσι θέλω να πιστεύω ότι είμαστε σε καλύτερη “μοίρα” από ότι παλαιότερα. Βέβαια, ακόμα δυστυχώς στην Ελλάδα, η καλλιέργεια της συνθετικής δημιουργικότητας καταλήγει στον καθηγητή και δυστυχώς όχι σε κάποιο ενιαίο σύστημα που να καθοδηγεί τον καθηγητή μεθοδικά σε αυτή την κατεύθυνση. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω ότι σε κάποιες χώρες χρησιμοποιείται η μουσική σύνθεση στη μουσική εκπαίδευση στα σχολεία π.χ. στα γενικά δημόσια δημοτικά σχολεία της βουλγαρίας η μουσική σύνθεση (μεταξύ άλλων) χρησιμοποιείται σαν “εργαλείο” από τους δασκάλους μουσικής. Καθώς επίσης και σε άλλες χώρες χρησιμοποιούν τη μουσική σύνθεση στην εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου π.χ. η αμερικάνικη σειρά Alfred’s για μαθητές πιάνου, η οποία έχει για το κάθε επίπεδο γνώσης ενός αρχάριου μαθητή και το αντίστοιχο βιβλίο σύνθεσης (μεταξύ άλλων βιβλίων). Έτσι παρατηρούμε ότι σταδιακά αυξάνονται οι εκπαιδευτικοί – δάσκαλοι που βλέπουν τα οφέλη της μουσικής σύνθεσης στην εκπαιδευτική διαδικασία και προσπαθούν να τα χρησιμοποιήσουν.

           Συμπερασματικά, ο ρόλος της μουσικής σύνθεσης στη διδασκαλία της μουσικής ή στην εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπικότητα και την άρτια κατάρτιση ενός ευφάνταστου και δημιουργικού δασκάλου. Είναι σίγουρο πως ο ρόλος του δασκάλου στις μέρες μας αποδυκνύεται πολύ πιο δύσκολος από ότι στο παρελθόν εξαιτίας των πολλαπλών ερεθισμάτων, εμπειριών και ακουσμάτων που δέχεται ο μαθητής, όπως επίσης και μιας πλουραλιστικής διάδοσης γνώσεων (π.χ. internet, πολυμέσα κλπ.) που καθιστά πρόκληση το να αποδειχτεί ο δάσκαλος άξιος των περιστάσεων.

          Θεωρώ σημαντικό το να καλλιεργούμε την παράλληλη εκμάθηση μουσικής και συνθετικής δραστηριότητας. Φυσικά η μουσική σύνθεση δεν είναι το μόνο βοηθά στην καλλιέργεια και τη γενική γνώση που θα ήταν καλό να έχει ένας μαθητής που μαθαίνει μουσική, αλλά πιστεύω ότι είναι ένα από τα σημαντικότερα εναύσματα για μια πιο ολοκληρωμένη μουσική εκπαίδευση. 

Θεώνη Παπαδημητρακοπούλου
 Μουσικοπαιδαγωγός, Σολίστ & καθηγήτρια πιάνου στο Δημοτικό Ωδείο Αμαρουσίου,
Υπεύθυνη προγραμματισμού του AN ART ARTISTRY
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

 
Title

Tagline

New album

More...
28/6/2017

28/6/2017

Tagline

Παναγιώτης Τροχόπουλος

More...
Υπηρεσίες

Υπηρεσίες

Tagline

AN ART ARTISTRY 

More...
Title

Tagline

New album - CD

More...
Title

Tagline

Album: Frieze of Life 

More...
Title

Tagline

  New album - CD

More...
Title

Tagline

Label

More...
Δείτε:

Δείτε:

Tagline

Δραστηριότητες

More...
Frontpage Slideshow | Copyright © 2006-2011 JoomlaWorks Ltd.